αποθρασύνομαι


αποθρασύνομαι
αποθρασύνομαι, αποθρασύνθηκα βλ. πίν. 49

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀπεθρασύνθη — ἀποθρασύνομαι aor ind pass 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποθρασυνθείη — ἀποθρασύνομαι aor opt pass 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποθρασυνθῆναι — ἀποθρασύνομαι aor inf pass …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποθρασυνθέντας — ἀποθρασύνομαι aor part pass masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποθρασύνῃ — ἀποθρασύ̱νῃ , ἀποθρασύνομαι aor subj mid 2nd sg ἀποθρασύ̱νῃ , ἀποθρασύνομαι aor subj act 3rd sg ἀποθρασύ̱νῃ , ἀποθρασύνομαι pres subj mp 2nd sg ἀποθρασύ̱νῃ , ἀποθρασύνομαι pres ind mp 2nd sg ἀποθρασύ̱νῃ , ἀποθρασύνομαι pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποθρασυνομένων — ἀποθρασῡνομένων , ἀποθρασύνομαι pres part mp fem gen pl ἀποθρασῡνομένων , ἀποθρασύνομαι pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποθρασύνεται — ἀποθρασύ̱νεται , ἀποθρασύνομαι aor subj mid 3rd sg (epic) ἀποθρασύ̱νεται , ἀποθρασύνομαι pres ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποθρασύνηται — ἀποθρασύ̱νηται , ἀποθρασύνομαι aor subj mid 3rd sg ἀποθρασύ̱νηται , ἀποθρασύνομαι pres subj mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αέρας — Όρος με πολλές ερμηνείες και χρήσεις. Ο άνεμος που δεν είναι πολύ δυνατός. Τo κλίμα ενός τόπου και μεταφορικά το ψυχολογικό κλίμα. Η εξωτερική εμφάνιση, το ύφος, το παρουσιαστικό. Η τόλμη, η αλαζονεία, η αυθάδεια. Έκφραση της ψυχικής διάθεσης. Η… …   Dictionary of Greek

  • αποθράσυνση — η το αποκορύφωμα της θρασύτητας, το υπέρμετρο θράσος. [ΕΤΥΜΟΛ. < αποθρασύνομαι. Η λ. μαρτυρείται από το 1887 στην εφημερίδα Καθημερινή] …   Dictionary of Greek